δυσώδη

δυσώδης
ill-smelling
neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
δυσώδης
ill-smelling
masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic)
δυσώδης
ill-smelling
masc/fem acc sg (attic epic doric)
δυσωδέω
to be ill-smelling
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
δυσωδέω
to be ill-smelling
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • SACCUS — Hebraei sermonis dictio, Latinis quoque cum Graecis communis, varia significat. Pro marsupio, loculis, crumena, repositorio et reconditorio nummorum passim occurrit, qpud Iurisconsultos. Sic Horat. Serm. l. 2. Sat. 3. v. 148. Mensam poni iubet… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • οζόστομος — ὀζόστομος, ον (Α) αυτός που έχει δυσώδη αναπνοή, που αποπνέει κακοσμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄζω «αναδίδω δυσάρεστη οσμή» + στόμος (< στόμα)] …   Dictionary of Greek

  • προσώδης — ῶδες, Α αυτός που αναδίδει κάποια οσμή, ιδίως δυσώδη. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ώδης* (πρβλ δυσ ώδης, ευ ώδης)] …   Dictionary of Greek

  • συνεξιδρώ — όω, Α [ἐξιδρῶ] εξέρχομαι μαζί με τον ιδρώτα («διατὶ τὰ πολλὰ τῶν μύρων συνεξιδρῶσαι δυσώδη;», Αριστοτ.) …   Dictionary of Greek

  • τερηδόνα — I Καταστρεπτική διεργασία εις βάρος των σκληρών ιστών του οργανισμού, όπως τα οστά, οι χόνδροι και τα δόντια· συχνότερα ο όρος σημαίνει την τ. των δοντιών. Η τελευταία αυτή οφείλεται στη συνέργια ενδογενών και εξωγενών παραγόντων: γενικές… …   Dictionary of Greek

  • φλομώνω — και φλωμώνω και σφλομώνω Ν [φλόμος / σφλόμος] 1. ναρκώνω τα ψάρια ρίχνοντας στη θάλασσα φλόμο, ναρκωτική ουσία από το ομώνυμο φυτό 2. διαχέω καπνό, συνήθως δύσοσμο, δημιουργώντας αποπνικτική ατμόσφαιρα («μας φλόμωσες με τα τσιγάρα σου») 3. μτφ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.